Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΑ: Αναζητώντας διέξοδο,


των Κώστα Ανδριανόπουλου, Γιάννη Τσούτσια

αναδημοσίευση από ΑΡΙΣΤΕΡΑ! - τ.272,

31/07/2009

Οι ευρωεκλογές

Οι ευρωεκλογές κατέγραψαν:

  • Τη συνεχιζόμενη αποστασιοποίηση της κοινωνίας από τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. Αποστασιοποίηση χαμηλής έντασης μεν, αλλά και μεγάλης έκτασης που αφορούσε στο σύνολο των πολιτών. (Έτσι, η κοινωνική δυναμική δεν είναι τουλάχιστον αρνητική για το μαζικό κίνημα.)
  • Την απορριπτική κριτική απέναντι στο πολιτικό σύστημα, τόσο συνολικά –ως προς την αρχιτεκτονική του–, όσο και προς κάθε κόμμα ξεχωριστά και κατ’ αναλογία. Απόρριψη που αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς το αμέσως προηγούμενο διάστημα, η μαζική αμφισβήτηση προσέβλεπε σε κοινωνική ανασύνταξη μέσα από μεταβολές στο πολιτικό σκηνικό. (Έτσι, τα καθήκοντα της Αριστεράς απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τον εαυτό της διαγράφονται επιτακτικά. Παράλληλα όμως έκλεισε ένας πρώτος κύκλος όπου η Αριστερά απέτυχε και στα δύο.)
  • Την παντοειδή πολιτική ρευστότητα που διαπιστώνεται στην πολύμορφη απαγκίστρωση της αμφισβήτησης από τις συστημικές ανασχέσεις. (Έτσι, ο δρόμος για κεντρικές πολιτικές πρωτοβουλίες παραμένει κατ’ αρχήν ανοιχτός.)


Και ο ΣΥΡΙΖΑ

Το κακό εκλογικό αποτέλεσμα μετάτρεψε την υπόγεια κρίση του ΣΥΡΙΖΑ σε ανοιχτή. Στο προηγούμενο διάστημα η δημοσκοπική "φουσκονεριά" παρήγαγε ισορροπίες ανάμεσα στους φορείς των αντιθέσεων, επιτρέποντας τις χωριστές τους ελπίδες. Κυρίως όμως διόγκωσε την αμεριμνησία απέναντι στο στρατηγικό πλαίσιο της αριστερής ανεπάρκειας. Με τις εκλογές κατεδαφίστηκαν οι ισορροπίες και άνοιξε η τριγωνική σύγκρουση Αλαβάνου, Τσίπρα και "ανανεωτικών", που καταγράφηκε ως διαμάχη υποκειμένων και όχι πολιτικών, προς γενική ζημία, αλλά ακόμα περισσότερο προς ζημία της στάσης Αλαβάνου που προσδοκούσε πολιτικοποίηση των παραμέτρων του προβλήματος.

Αξίζει εδώ να σταθεί κανείς στη διακινούμενη άποψη ότι "το εκλογικό αποτέλεσμα δεν ήταν τόσο κακό, όσο η διαχείρισή του". Η θέση αυτή που υποστηρίζει το μεγαλομανιακό πως τα πάντα είναι διαχειρίσιμα (ιδιοσυστασιακό της αντίληψης που έχει η ηγεσία του ΣΥΝ για την πολιτική), παρακάμπτει υποκριτικά την πολυδιάστατη κρίση για να αποφύγει στη συνέχεια τις μεγάλες αναδιατάξεις στις οποίες εγκαλεί το εκλογικό αποτέλεσμα. Μέσα από αυτά και άλλα, καλλιεργείται τελικά η πίστη σ’ ένα μοντέλο οργάνωσης, το οποίο βρίσκεται σε δυναμική ισορροπία μέσα από τριβές και αντεγκλήσεις, που κάποιες στιγμές παροξύνονται, ωστόσο έχει πάντα τη δυνατότητα αυτορρύθμισης, αγνοώντας τόσο τα όρια ενός τέτοιου μοντέλου, όσο και το ότι η ισορροπία αποκαθίσταται μόνο από αντίστοιχες παρεμβάσεις.

Στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ, οι περισσότεροι ερμηνεύουν την εκλογική αποτυχία μέσα από τους τακτικούς όρους διεξαγωγής της προεκλογικής καμπάνιας (προσωπικές πολιτικές, αυτοκαταστροφικές νοοτροπίες, χειροτεχνισμοί, έπαρση, ανικανότητα, ξεχωριστές επιδιώξεις κ.λπ.). Καλλιεργείται έτσι η αυταπάτη πως το αποτέλεσμα είναι αντιστρέψιμο, αρκεί να γίνουν τα κατάλληλα συμμαζέματα. Όμως η κάμψη του ΣΥΝ εκτείνεται πέραν αυτών των ορίων και παραπέμπει στην ουσία του εγχειρήματος.

Στις ευρωεκλογές, η κοινωνική βάση επέκρινε όχι μόνον τα επιμέρους, αλλά τη συνολική πολιτική παρουσία του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου που χειρίστηκε την αύξηση της πολιτικής του επιρροής.

Είναι πλέον φανερό πως απαιτούνται ευρύτερες αναπροσαρμογές, η έκταση των οποίων αγγίζει τις ιδεολογικοθεωρητικές ορίζουσες του εγχειρήματος, περιλαμβάνει αλλαγές στις πολιτικοαξιακές ιεραρχήσεις και σίγουρα εκτεταμένες μεταβολές στα οργανωτικολειτουργικά της καθημερινότητας.

Η κρίση είναι πάντα ευκαιρία για συμπεράσματα και επαναπροσδιορισμούς. Αρκεί βεβαίως να τη δει κανείς ως τέτοια.


Τα πεδία της ανασύνταξης

1) Πρωτίστως χρειάζεται μια άλλη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνική αμφισβήτηση. Τεκμηριωμένη, θεωρητικά και πολιτικά. Πρέπει να εγκαταλειφθούν κληροδοτημένα εργαλεία κοινωνικοπολιτικής ανάλυσης ώστε να γίνει αποδεκτό ότι η κοινωνική αμφισβήτηση είναι στρατηγικός παράγοντας (πρωταρχικός, θεμελιωτικός, διαρκώς αναπαραγόμενος) διαμόρφωσης της Αριστεράς.

Η οικοδόμηση της αναγεννημένης Αριστεράς βασίζεται λιγότερο στ’ αφομοιωμένα, τα "σωστά" και περισσότερο στις διαδικασίες του κινήματος αμφισβήτησης.

Η ίδια η αμφισβήτηση εγκαλεί στην επαναξιολόγησή της. Επιβάλλει να δεις την έκτασή της. Δεν είναι μόνο οι μαχητικές εκδηλώσεις. Αλλά και το ρεύμα αποχής. Η συνεχής απαίτηση ανασυγκρότησης μέσα από κάθε ευκαιρία. Η προσδοκία αλλαγών. Η μεταστροφή της κοινής γνώμης. Σε υποχρεώνει να τη δεις συνολικά. Να βρεις αυτό που την ενοποιεί. Ν’ ανταποκριθείς στην ανάγκη της για έκφραση.

Ταυτόχρονα, πρέπει να εγκαταλειφθεί το μοντέλο πολιτικής που εστιάζει στην επινόηση πλατφόρμας, ικανής να προδιαγράφει τη διέξοδο, περιορίζοντας έτσι τη μεν πολιτική σε μηχανισμό αναπαραγωγής της πλατφόρμας, τις δε "μάζες" σε υποστηριχτή, διατασσόμενο στις ανάλογες μετωπικές θέσεις. (Μοντέλο ποικιλοτρόπως παρόν στις ηγετικές πρακτικές του ΣΥΝ).

2) Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ μπάζει από παντού. Πρέπει να ξαναϊδωθεί. Ανεπαρκής στο ίδιο της το έδαφος αδυνατεί να προσδώσει ταυτότητα στο όλο εγχείρημα. Στριμωγμένη ανάμεσα στην αφοριστική απορριπτικότητα και την ενσωματωτική λογική των θετικών προτάσεων, ταυτίζεται με τη διατύπωση μετέωρων "θέσεων". Οι θέσεις όμως γίνονται πολιτική, μόνον όταν μπορούν να οργανώσουν και εμπνεύσουν αντίστοιχες πρακτικές.

Ενδεικτικός των μεγάλων πολιτικών αδυναμιών του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος της κεντροαριστερής στροφής. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που γνωρίζοντας τον ετεροπροσδιορισμό του ΣΥΡΙΖΑ, πολλαπλασιάζουν τις εκκλήσεις για ρήξεις και οξύνουν την αντικεντροαριστερή ορολογία, χωρίς όμως να μεταβάλουν τα εσωτερικά ιδεολογικοπολιτικά στοιχεία που καθορίζουν την ουσία της.

Παρομοίως ενδεικτική είναι και η αποτυχία της αριστερής παρέμβασης στο ζήτημα της οικονομικής κρίσης. Ενδεικτική, όχι τόσο για τις επιφανειακές προσεγγίσεις της, όσο για το ναυάγιο της λογικής των ευκαιριακών παρεμβάσεων στο κενό που επιφέρουν τα αδιέξοδα της συστημικής διαχείρισης.

Χαρακτηριστικότερο όμως όλων είναι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε το δημοσκοπικό 18%. Δηλαδή απλώς σαν ευκαιρία να γίνουν και να ειπωθούν πιο αποφασιστικά τα ίδια πράγματα. Άντε και με ολίγη επιπλέον προγραμματική διαμόρφωση. Δεν συνειδητοποιήθηκε ούτε τότε, ούτε και τώρα, ότι η αποπεριθωριοποίηση εγκαλούσε τον ΣΥΡΙΖΑ σε ριζικά διαφορετικό ρόλο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διαμορφώσει αντιπολιτευτική πρόταση στοιχειώδους συνέπειας και προοπτικής. Να αρθρώσει δηλαδή, οργανωμένη αντίθεση και μαζική αντίσταση απέναντι στις αιχμές της κυρίαρχης πολιτικής.

3) Το σκηνικό της σύγκρουσης γύρω από το άμεσο μέλλον:

Οι ανανεωτικοί επιδιώκουν πολιτικοποίηση της εσωκομματικής αναμέτρησης μέσα από τέσσερις άξονες: Φιλοπασοκική στροφή, Ευρωπαϊσμός, Αντίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ και σε πρωτοβουλίες βάσης, "Είναι άχρηστοι και οι δύο" (Τσίπρας-Αλαβάνος). Από αυτά, μόνον το σύνθημα για αριστερό ευρωπαϊσμό είχε απήχηση έξω από τα όρια του συσχετισμού τους, συνδεμένο αφενός με την απαίτηση του κόσμου του ΣΥΝ για πολιτική ταυτότητα, έστω και ψευδεπίγραφη, και αφετέρου με τις μνήμες του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος και τη συμβολή του τελευταίου στο κομμουνιστικό κίνημα μιας άλλης εποχής. Επί της ουσίας, καθώς τα μεγαλεπήβολα σχέδια ευρωπαϊκής ενοποίησης εκλείπουν, ο διακηρυσσόμενος αριστερός ευρωπαϊσμός συρρικνώνεται θλιβερά σε ακολουθητισμό της δυτικοευρωπαϊκής επικαιρότητας. (Σαν εσωκομματική πολιτική βέβαια, αφορά την αναπαραγωγή του ως απαίτηση κυριαρχίας έναντι εσωκομματικών αντιπάλων και τίποτε άλλο.)

Ωστόσο η ενίσχυση των ανανεωτικών δεν προέρχεται από τις θέσεις τους, αλλά από τους Οικολόγους Πράσινους και τη διέξοδο που τους παρέχουν, αποκτώντας έτσι οι τελευταίοι τη δυνατότητα να ορίσουν τη συνεργασία, αλλά και τις εξελίξεις στο εσωτερικό του ΣΥΝ! (Αυτά, για όσους φαντασιώνονται ότι ο ΣΥΝ με την ηγεμονία του θα πολιορκούσε εύκολα τους Οικολόγους.)

Ο Α. Τσίπρας, από την πλευρά του, πιστεύει ότι μπορεί να τα καταφέρει στις εκλογές και γενικότερα, αφού διαθέτει τις κατάλληλες επικοινωνιακές ικανότητες, αρκεί να παραμερίσει τους εσωκομματικούς του αντιπάλους. Το σχέδιο αυτό, που από τη φύση του απαιτεί τον απόλυτο έλεγχο του ΣΥΝ, σήμερα εστιάζεται στην ανάγκη απομάκρυνσης του Αλαβάνου. Γι’ αυτό διατυπώνεται η απαίτηση για τα πρωτεία, υποβαθμίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, ουδετεροποιείται το "αριστερό ρεύμα" και διαμορφώνεται άνοιγμα στους "ανανεωτικούς", το οποίο με τη σειρά του επιβάλλει μετριασμό της αντιπασοκικής ρητορείας και επιστροφή μέρους της κομματικής ισχύος, που αποκτήθηκε στο κενό της απουσίας του Αλαβάνου και του αριστερού ρεύματος. Ενώ όλοι πλέον υποψιάζονται ένα κρυφό-κυνικό μέρος μιας συμφωνίας, που αν δεν υπάρχει ήδη, θα επιδιωχθεί.

Ο Α. Αλαβάνος διαθέτει την καλύτερη επίγνωση των στρατηγικών αναγκών του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ και την ηγετική ικανότητα για προσανατολισμένες κεντρικές πολιτικές παρεμβάσεις. Επιμένει στη δύναμη των ανοιχτών πολιτικών απόψεων αρνούμενος να καταφύγει στη δημιουργία μηχανισμών, προσωπικών συσχετισμών, περιβάλλοντος κ.λπ. (Άραγε οι κριτικές περί αρχηγισμού, κατανοούν τι σημαίνουν αυτά;) Στη σημερινή κρίση φαίνεται πως ανιχνεύει την προοπτική μέσα από προσφυγή στη βάση του ΣΥΡΙΖΑ και το σχεδιασμό κεντρικών παρεμβάσεων που θα φέρουν τον ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό προσκήνιο.

Εκ των πραγμάτων οι οργανωτικές μεταβολές τέθηκαν στο επίκεντρο. Το γεγονός σαν αφετηρία δεν είναι αρνητικό. Δεν πρόκειται περί οργανωτισμού. Έτσι κι αλλιώς, η ιδεολογικοπολιτική κατιούσα μετατοπίζει την ενοποίηση (ρόλοι και καθήκοντα) σε ειδικότερες πολιτικές επιλογές και στους φορείς τους. Μέσα από αυτή την πύλη θα δοθεί η συνολική μάχη.

Στο μεταξύ υπάρχουν διάφορα επείγοντα που πρέπει κατά προτεραιότητα να αντιμετωπιστούν για να βελτιωθούν οι όροι διεξόδου. Ενδεικτικά αξίζει να αναφέρει κανείς:

  • Η παρέμβαση της βάσης στα όρια των ηγεσιών.
  • Η ανατροπή του νοσηρού κλίματος με διαδικασίες ενοποίησης, αλλά και ανοιχτής πολιτικής κριτικής όπου χρειάζεται.
  • Η ανάγκη να μιλήσει η βάση του ΣΥΝ που παραμένει βουβή.
  • Η αποφυγή της στρατοπεδοποίησης των αντιθέσεων.
  • Η συνειδητοποίηση πως δεν προβλέπεται ριζοσπαστική ανασύνταξη του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς τη συμμετοχή της βάσης του ΣΥΝ.
  • Η απόρριψη της στάσης που παρασιτεί στις αντιθέσεις για ίδιον όφελος.
  • Τα "κολλήματα" στα δευτερεύοντα, συνειδητοποιώντας ότι αξιοποιούνται από αντίπαλες απόψεις που κινούνται εξυπνότερα.
  • Η αδυναμία κεντρικών στελεχών να κατανοήσουν κίνητρα, στάσεις καθώς και τα παραπειστικά, τα ψευδεπίγραφα, ακυρώνοντας τον ίδιο τους το ρόλο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτοί που υποστήριξαν τον "αριστερό" Τσίπρα, παραγνωρίζοντας εξαρχής την καθηλωτική του άποψη για τον ΣΥΡΙΖΑ στον οποίο οι ίδιοι πίστευαν, για να αιφνιδιαστούν στη συνέχεια από τις αναθεωρημένες θέσεις του τελευταίου για το ΠΑΣΟΚ.

Τέλος, κάτι για τους ανένταχτους και την οργανωτική ανασυγκρότηση, που δεν γίνεται για να αποκαταστήσει αδικίες στην εκπροσώπησή τους, όπως μερικοί περιοριστικά ισχυρίζονται: Οι ανένταχτοι, πανταχού παρόντες ως πρακτική, συνεισφορά, δυναμική, αλλά και ως αδυναμία δέσμευσης, είναι ο κόσμος που κινείται ανάμεσα στο μέσα και στο έξω. Καταλύουν τα όρια και διευκολύνουν την προσπέλαση. Ακροδέκτες οι ίδιοι του κοινωνικού μηνύματος, αλλά και της κομματικής γραμμής, σηματοδοτούν πιο αξιόπιστα από κάθε άλλον αυτήν την αμφίδρομη σχέση. Η διαδικασία που τους συμπεριλαμβάνει και τους αναδεικνύει, μοιάζει με τη διαδικασία που θα ήθελε να συμπεριλάβει τη γνώμη της κοινωνίας σε μια ευρύτερη κοινωνικοπολιτική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός θα ήταν ο τρόπος για να ανταποκριθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στο μήνυμα των εκλογών και της ευρύτερης περιόδου.

Κώστας Ανδριανόπουλος, Γιάννης Τσούτσιας

-
Διαβάστε περισσότερο και εκτυπώστε!

Από τις 7 σοσιαλισμός!

του Σάκη Κουρουζίδη
Αυγή, 07/07/2009

Το σύνθημα που ακουγόταν στις προεκλογικές συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ το 1974, ως γνωστόν, ήταν «στις 18 σοσιαλισμός» (οι εκλογές είχαν οριστεί για τις 17.11.1974), εννοώντας ότι το ΠΑΣΟΚ θα κερδίσει τις εκλογές και από την επομένη των εκλογών, στις 18 δηλαδή, θα αρχίσει η «οικοδόμηση» του σοσιαλισμού.

Το κακό δεν ήταν η τελείως λαθεμένη πρόγνωση (το ΠΑΣΟΚ πήρε μόλις γύρω στο 13%), ούτε το είδος του σοσιαλισμού που είχαν στο μυαλό τους η ηγεσία και οι οπαδοί του. Το κακό ήταν, και σε αυτό το σύνθημα, ότι και η «αριστερή» φάση του ΠΑΣΟΚ υπονοούσε ότι ο σοσιαλισμός «αρχίζει» από την ημέρα της «κατάληψης» της εξουσίας… και ύστερα. Πριν από την ημέρα αυτή, το μεν ΠΑΣΟΚ προετοιμαζόταν για τη νίκη στις εκλογές, η δε αριστερά για την έναρξη της επανάστασης, ειρηνικής ή όχι, δευτερεύον για το θέμα μας. Την αντίληψη για το πότε «αρχίζει» ο «σοσιαλισμός» εξετάζουμε σήμερα.


Αν παραπέμπουμε τα πάντα στον «σοσιαλισμό», ουσιαστικά προτείνουμε στους πολίτες ένα «όραμα» και τους καλούμε να το συγκρίνουν με αυτό που ζούνε σήμερα. Τους ζητάμε, δηλαδή, να συγκρίνουν δύο διαφορετικά πράγματα: το δικό μας όραμα με την υπάρχουσα πρακτική. Το ζητούμενο, βέβαια, θα ήταν να συγκριθούν ομοειδή πράγματα: όραμα με όραμα ή πρακτική με πρακτική.

Ακόμα, όμως, κι αν προς στιγμή, ο κόσμος κάνει τη σύγκριση, τότε εκ των πραγμάτων τον οδηγούμε να συγκρίνει την υπάρχουσα πρακτική με ένα «όραμά» μας που έγινε πρακτική, δηλαδή τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», άσχετα με τη στάση που είχαμε απέναντί του. Αν πάλι συγκρίνουμε απλώς «οράματα», ακόμα και τότε η σύγκριση δεν είναι εύκολη. Το «όραμα» του καπιταλισμού, της σοσιαλδημοκρατίας, ακόμη και της εκκλησίας, παραπέμπουν σε ειδυλλιακές καταστάσεις, εκ του ασφαλούς βέβαια, όπως εκ του ασφαλούς είναι και το δικό μας «όραμα». Το να κάνουμε ακόμα πιο ειδυλλιακό το όραμά μας δεν αρκεί και δεν πείθει, όπως δεν πείθει και δεν κάνει πιο ελκυστικό το κόμμα που «υπόσχεται» σήμερα διπλάσιο μισθό, έναντι ενός άλλου που «δίνει» απλώς μια μικρή αύξηση.

Αν η «προ-σοσιαλιστική» φάση αφιερώνεται απλώς στην ιδεολογική και πολιτική προετοιμασία της «επανάστασης», τότε προφανώς, χρησιμοποιούμε τις αδικίες και τις δυσκολίες που παράγει το σημερινό σύστημα ως απόδειξη κατωτερότητάς του στη σύγκριση που κάνουμε με το «όραμά» μας. Επομένως, οτιδήποτε καλό γίνει σήμερα, μας δυσκολεύει στην προσέλκυση υποστηρικτών, αφού η επιχειρηματολογία μας στηρίζεται στη «συνεχή επιδείνωση» που υφίσταται ο κόσμος σήμερα. Δηλαδή, μακάρι να μην γίνεται τίποτε καλό, γιατί έτσι θα αγανακτεί ο κόσμος και θα έρθει γρηγορότερα ο σοσιαλισμός. Αλλά, αν παρόλα αυτά γίνει κάτι καλό, το υποβαθμίζουμε, του δίνουμε περίτεχνες ερμηνείες ή το αποδίδουμε απλώς στη «λαϊκή αντίσταση και πάλη».

Με την ίδια λογική και μεθοδολογία αντιμετωπίζουμε, πλέον, και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η «άλλη» Ευρώπη θα έρθει όταν θα πλειοψηφήσουν οι σοσιαλιστικές δυνάμεις παντού και τότε τα σοσιαλιστικά κράτη της Ευρώπης θα χτίσουν και μια διαφορετική Ε.Ε. Και μέχρι να γίνει αυτό, κρατάμε άμυνα… ευχόμενοι να χειροτερέψουν τα πράγματα για να πλησιάσει πιο γρήγορα η μέρα αυτή.

Οι ανθρώπινες συνειδήσεις, οι νοοτροπίες και οι πρακτικές, οι κοινωνίες συνολικά αλλάζουν πολύ αργά, μα πάρα πολύ αργά. Και καμία επανάσταση δεν ανατρέπει άρδην τους χρόνους, τους ρυθμούς αυτούς, το πολύ πολύ να τους επιταχύνει, λίγο. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι «πολιτική», αλλά πηγάζει από όλες τις επιστημονικές προσεγγίσεις που παράγονται από τις κοινωνικές επιστήμες. Το να επιχειρούμε βολονταριστικά να εκβιάσουμε κάποιους χρόνους στους θεωρητικούς μας σχεδιασμούς, ισοδυναμεί με παραβίαση περίπου των «φυσικών νόμων».

Επειδή το όλο αυτό σχεδίασμα της αριστεράς στηρίζεται σε επιστημονικά ξεπερασμένες παραδοχές, αλλά και επειδή στη συνείδηση των ανθρώπων φαντάζει ως κάτι «ιδεατό» και άρα μακρινό και εντέλει αδιάφορο για τη σημερινή του ζωή, γι? αυτό στρέφεται σε άλλες λύσεις λιγότερο ελκυστικές, καθόλου οραματικές, αλλά «σημερινές». Αυτό παράγει, τελικά, μια «συντηρητικοποίηση», αντί για «ριζοσπαστικοποίηση» που υποτίθεται ότι προσδοκά. Δηλαδή, η λύση της αριστεράς, αυτή του οραματικού μέλλοντος, «αυτοαποκλείεται» από τις επιλογές των ανθρώπων και η επιλογή γίνεται από το μη χείρον των υπολοίπων.

Ο σοσιαλισμός θα πρέπει να «αρχίσει» να εφαρμόζεται από σήμερα (7 του μήνα, εξ ου και ο τίτλος!), με την έννοια των θετικών και δημιουργικών επεμβάσεων στο σήμερα. Η αριστερά θα πρέπει να συγκρίνει το «καπιταλιστικό σήμερα» με ένα «σήμερα» δικό της, όχι βέβαια συνολικό, αλλά «ενδεικτικό», συμβολικό και κάτι περισσότερο από συμβολικό. Όχι μόνο να προτείνει για το μέλλον αλλά και να δημιουργήσει κάποιες «νησίδες σοσιαλισμού», σήμερα. Όχι ως υποκατάστατα σοσιαλισμού αλλά ως δείγματα ζωής, αντί για τα ανέξοδα οράματα, για τις φυγές σε ανύπαρκτους μελλοντικούς παραδείσους, όπου όλα τότε –και μόνον τότε- θα μπορούν τάχα να λυθούν.

Σε αυτήν την «κινητοποίηση» τα εφόδια των αριστερών θα είναι η δημιουργικότητα, οι αξίες, η φαντασία, ο πολιτισμός, η υψηλή διανοητική προσπάθεια. Θα αναδεικνύονται αυθεντικά διλήμματα και εναλλακτικές επιλογές επί συγκεκριμένων προβλημάτων, σημερινών, και επί αυτών θα φαίνεται η όποια «εναλλακτικότητα», «ριζοσπαστικότητα», αλλά και «ρεαλιστικότητα» των αριστερών ιδεών και πολιτικών.

Αυτός ο δρόμος, στους «εύκολους καιρούς» που ζούμε, είναι ο… δύσκολος δρόμος για την αριστερά, αυτός που παράγει υψηλές απαιτήσεις. Που δεν ζητάει αντοχή σωματική σε βασανιστήρια και εξορίες, αλλά ζητάει να αναδεικνύει και να εκπέμπει μια υψηλή ποιότητα ανθρώπων, ιδεών και πρακτικών και όχι μια υψηλή «τσαντίλα» για την κακούργα κοινωνία.

* Ο Σάκης Κουρουζίδης είναι διευθυντής της "Ευωνύμου Βιβλιοθήκης" και του περιοδικού "Ο δαίμων της οικολογίας".
Διαβάστε περισσότερο και εκτυπώστε!

δημιουργώντας μια νέα δημόσια σφαίρα χωρίς το κράτος



Συνέντευξη του ιταλού φιλοσόφου Paolo Virno στον Hector Pavon για ένα
ισπανικό αναρχικό περιοδικό
(12/04/04).



Επιμεληθήκαμε τη μετάφραση που παρατίθεται στην ιστοσελίδα του ελληνικού περιοδικού Black out με βάση την αγγλική μετάφραση της συνέντευξης που μπορεί κανείς να βρει στην ιστοσελίδα Generation Online.

Στα ελληνικά μπορεί κανείς να βρει το βιβλίο του Paolo Virno Η γραμματική του πλήθους, Οδυσσέας, 2007.


Ζούμε σε μια νέα εποχή στην οποία όπως και σε κάθε άλλη απαιτούνται νέες αξίες, νέες αντιλήψεις. Αλλά ποιος τις σκέφτεται αυτές, ποιος τις κατασκευάζει;

Αυτό είναι το πρόβλημα των νέων πολιτικών μορφωμάτων. Νομίζω ότι διανύουμε μια περίοδο παρόμοια με αυτήν της Ευρώπης του 17ου αιώνα, όταν όλες οι κατηγορίες, όταν όλες οι αντιλήψεις που σήμερα φαίνονται προφανείς, κοινές και τετριμμένες, ανακαλύφθηκαν. Ήταν εκείνη τη στιγμή που η ιδέα του κεντρικού έθνους κράτους δημιουργήθηκε και έννοιες όπως η κυρίαρχη κεντρική εξουσία και η υποχρέωση να υπακούς σε αυτήν γεννήθηκαν. Έχω την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε μια φάση όπου όλες αυτές οι έννοιες είναι σε κρίση, και δημιουργούνται άλλες. Ποιος της φτιάχνει; Είναι μια πολύ καλή ερώτηση. Και πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι δεν είναι οι φιλόσοφοι και οι στοχαστές που εφευρίσκουν πολιτικές έννοιες, επειδή αυτή είναι η μέθοδος να συλλαμβάνουμε την πολιτική από την χειρότερη εκδοχή του Πλάτωνα έως την χειρότερη μορφή επεξήγησης. Αυτές οι έννοιες αναδύονται σιγά-σιγά κατά την εξέλιξη των συλλογικών εμπειριών με τη διαδικασία της δοκιμής και του λάθους. Ένας νέος τρόπος να υπάρχουμε στη δημόσια σφαίρα αναδύεται, ένας τρόπος που χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το κράτος έχει γεράσει, είναι ανεπαρκές, όπως η γραφομηχανή αν συγκριθεί με τον υπολογιστή.


Το παρόν φαντάζει γεμάτο φόβο, οδύνη, τόσο όσον αφορά τα ήδη γνωστά όσο και για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Είναι μια εποχή αβεβαιότητας. Που βρίσκεται η έξοδος, στη φιλοσοφία, στην τέχνη, την ψυχανάλυση, την πολιτική;

Πιστεύω ότι ο φόβος ως ένα διάχυτο συναίσθημα, χαρακτηρίζει την εποχή μας, είναι ένας φόβος στον οποίο δύο πράγματα που στο παρελθόν ήταν διαχωρισμένα σήμερα αναμειγνύονται. Από τη μία είναι ο φόβος χειροπιαστών κινδύνων, για παράδειγμα να χάσει κάποιος τη δουλειά του. Από την άλλη πλευρά, είναι ένας πολύ πιο γενικός φόβος, ένα άγχος, το οποίο δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, και αυτό είναι το αίσθημα της προσωρινότητας καθαυτό. Είναι η σχέση με τον κόσμο ως όλον, ως πηγή κινδύνου. Αυτές οι δύο πλευρές παραδοσιακά ήταν δύο χωριστές σφαίρες. Ο φόβος αναφορικά με συγκεκριμένα κίνητρα ήταν κάτι το οποίο είχαμε μάθει να το διαχειριζόμαστε κοινωνικά ενώ το άγχος της προσωρινότητας, του πεπερασμένου, ήταν κάτι που οι θρησκείες και η φιλοσοφία προσπαθούσαν να διαχειριστούν επίσης. Τώρα, αντιθέτως, με την παγκοσμιοποίηση, αυτές οι δύο συνθήκες γίνονται μία. Αξίζει να πούμε, ότι όταν έχω ένα φόβο εξαιτίας ενός συγκεκριμένου κινδύνου ταυτόχρονα νιώθω και όλη την προσωρινότητα αναφορικά με τη ζωή μου, τον κόσμο και το νόημα της ζωής μου. Βιώνουμε σε κοινωνικές καταστάσεις – όπως η κρίση στην Αργεντινή πριν από δύο χρόνια, ή η ζωή των μεταναστών που έρχονται στην Ευρώπη – την ίδια στιγμή ένα συγκεκριμένο κοινωνικό οικονομικό πρόβλημα, και μια σχέση με τον κόσμο που φαίνεται σε εμάς να κουβαλάει όλο αυτό το δράμα. Νομίζω ότι αυτό που θα αποτελούσε μια θεραπεία, μια γιατρειά για την οδύνη και το φόβο, είναι η κατασκευή μιας νέας δημόσιας σφαίρας. Αντιλαμβάνομαι μια νέα δημόσια σφαίρα, νέες μορφές ζωής που δεν υπακούν πια ούτε στο κράτος, ούτε στην υποχρέωση της μισθωτής εργασίας, σε μια εργασία απογυμνωμένη από το νόημα της, που υποτιμάει το τι μπορούν να δημιουργήσουν άντρες και γυναίκες με τη διανοητική τους συνεργασία. Μια νέα σφαίρα όπου η μοναδικότητα από μόνη της μπορεί να εκφραστεί, χωρίς να τείνει σε ένα τύπο υπερβατικής ενότητας που είναι ένα κομμάτι της λογικής της κυριαρχίας, του κράτους.

Έχετε εκφράσει την άποψη ότι στόχος της πολιτικής σήμερα είναι η ευτυχία. Μια έκφραση που μπορεί να φαίνεται ποιητική, αλλά πια είναι τελικά η κοινωνική σημασία της;

Μιλώντας για την ευτυχία, πολλοί άνθρωποι ίσως να σκέφτονται το άρθρο του συντάγματος των ΗΠΑ που μιλάει για το δικαίωμα να είναι ο καθένας ευτυχής. Κυρίως σκέφτομαι τη χρήση που έκανε η Χάνα Άρεντ στην έκφραση «δημόσια ευτυχία». Είναι δύσκολο να σκεφθούμε την ευτυχία ως μια μυστική περιουσία, ένα ιδιωτικό αγαθό. Η ευτυχία είναι συνδεδεμένη με το γεγονός ότι ο νους μας, ο δικός μου, ο δικός σας, είναι πάντοτε ως τέτοιος ένας δημόσιος νους, κοινωνικός, που δεν μπορεί να αντιληφθεί τον εαυτό του παρά μόνο σε σχέση με τους διπλανούς του. Το να νομίζουμε ότι πρωταρχικά είμαστε πλήρεις νόες εν εαυτώ και μόνο σε δεύτερο χρόνο αναφορικά με τους γύρω μας, μου φαίνεται ότι είναι ελάχιστα αξιόπιστο, ότι είναι λάθος. Και νομίζω ότι η κατάσταση του ευ ζην που ονομάζουμε ευτυχία είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να έρθει με τον καιρό. Νομίζω ότι το ’68 στην Ευρώπη, ή στις ΗΠΑ ή στη Λατινική Αμερική, κάπου - κάπου νιώθαμε προσωπικά ευτυχισμένοι. Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο αυτό που συμβαίνει γύρω μας και αυτό που συμβαίνει στα πιο ενδόμυχα συναισθήματά μας έχει πολύ στενή σχέση. Ο δεσμός ανάμεσα στην πολιτική και την ευτυχία είχε για πολύ καιρό αναιρεθεί στο όνομα ενός ασκητισμού, που διαχώριζε το δημόσιο από το ιδιωτικό, αλλά ίσως έρχεται η στιγμή να στοχαστούμε μια νέα σύνδεση μεταξύ των δύο αυτών πραγμάτων.

Η ενότητα ανάμεσα στην φύση και την ιστορία είναι η βάση την υλιστικής σας φιλοσοφίας. Πως αντιλαμβάνεσαι την ενότητα και τι είδους πολιτικές ερμηνείες εμπεριέχει;

Πιστεύω ότι από την ανθρώπινη φύση είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε το σύνολο των αναλλοίωτων συνθηκών που είναι πάντα αληθινές και συγκροτούν τη βάση πάνω στην οποία η ζωή μας αλλάζει. Υπάρχουν πάγιες συνθήκες, σταθερές, που είναι πάντα οι ίδιες και επιτρέπουν μια συγκεκριμένη μεταβλητότητα στα ανθρώπινα όντα, μεγάλες αλλαγές στις μεθόδους της παραγωγής, στα έθιμα και την κουλτούρα. Όταν αναφερόμαστε σε μια νέα εποχή, αναφερόμαστε για το πως αυτές οι μη αναλλοίωτες συνθήκες – που είναι η ανθρώπινη φύση, όπως η ικανότητα της γλώσσας – αναδύονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ως το «διαρκές παρόν», το αληθινά αέναο πράγμα, σε μια ιστορική κοινωνία που αλλάζει. Κατανοούμε ότι η ανθρώπινη φύση είναι ένα σύνολο συνθηκών που είναι ανοιχτές στην ιστορία, την εγκοσμιότητα και την μεταβλητότητα. Αυτό το σύνολο συνθηκών μπορεί να αναχθεί στο γεγονός ότι είμαστε γλωσσικά όντα, ότι δεν έχουμε γεννηθεί γνωρίζοντας τι να κάνουμε, αλλά μάλλον ότι το μαθαίνουμε. Στην παγκοσμιοποίηση η επισφάλεια, η αστάθεια, η απουσία ενός καθορισμένου περιβάλλοντος, που είναι στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, γίνεται επίσης ένα κοινωνικό χαρακτηριστικό, ένα κοινωνιολογικό χαρακτηριστικό. Στους μετανάστες, για παράδειγμα, το γεγονός ότι είναι αναγκασμένοι να τροποποιήσουν πολλαπλές φορές στη διάρκεια της ζωής τους τις εργασιακές τους γνώσεις, ένα στοιχείο που πάντοτε ήταν αληθινό, γίνεται ιδιαιτέρως έντονα εμφανές.

Όταν αναφέρεστε στη δεξιοτεχνία των ανθρώπων και των δράσεων τους, έχετε στο νου σας συγκεκριμένα μοντέλα; Που βρίσκονται οι δεξιοτέχνες σήμερα; Σε ποια λέξη ή κανόνα;

Μια εποχή, όταν κάποιος θεωρούνταν δεξιοτέχνης, είχαμε την εικόνα της τρομερής μπαλαρίνας, του μεγάλου πιανίστα. Για μένα τα χαρακτηριστικά του δεξιοτέχνη είναι πολύ λιγότερο καλλιτεχνικά, πολύ λιγότερο εξευγενισμένα, σήμερα βρίσκονται στην μαζική διανοητική εργασία και στην μεταφορντική οικονομία, που βασίζεται στην επικοινωνία, στην κουλτούρα και στην πληροφορία. Συχνά κατά τη διάρκεια της εργασίας – στην μεταφορντική εργασία – είναι απαραίτητο να αυτοσχεδιάζεις, να κατανοείς ό,τι έχεις να κάνεις σε μια απρόβλεπτη κατάσταση: τα χαρακτηριστικά του δεξιοτέχνη δεν ολοκληρώνονται σε ένα αντικείμενο. Αντί να είναι ένας στόχος καθαυτός είναι μία σχέση με αυτόν που ακούει, με ένα κοινό. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σήμερα παρόντα στη βιομηχανική εργασία. Έχουν κοινωνικοποιηθεί.

Ο ιστορικός Jacques Revel λέει ότι φοβόμαστε το μέλλον, αναζητούμε καταφύγιο στο παρελθόν και υπερεκτιμούμε το παρόν. Ζούμε σε ένα παρόν που αντιστέκεται να γίνει παρελθόν;

Πιστεύω ότι ένας ορισμένος φόβος για το μέλλον οφείλεται στο τέλος της ιδέας της προόδου, της ιδέας ότι το μέλλον θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το παρελθόν. Τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πλήρως αστάθμητο μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να φορτισθεί με υποσχέσεις, αλλά και να είναι γεμάτο τρόμο. Είναι ως εάν να μας λείπει μια ηθική, μια συνήθεια για το πώς να αντιμετωπίζουμε ένα μέλλον που δεν είναι εγγυημένο από την ιδέα της προόδου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υπάρχει ένας ορισμένος φόβος για το μέλλον. Έχω την εντύπωση ότι υπάρχει μια ολοκληρωτική συγκέντρωση σε καθαυτό το παρόν, και για να μπει αυτό σε μια τάξη, για να το κατανοήσουμε, επικαλούμαστε σχήματα του παρελθόντος. Παρόλα αυτά πρόκειται για μια επίκληση που λειτουργεί ως προσπάθεια να δοκιμαστεί κάτι καινούργιο στο εδώ και στο τώρα.

Πιστεύεις ότι οι κύκλοι του καπιταλισμού και της αυτοκρατορίας, ή του ιμπεριαλισμού, είναι ένα ντεζαβού - αυτή η μορφή που δούλεψες στην Ανάμνηση του παρόντος;

Μπορεί να φαίνεται ως ένα ντεζαβού μόνο εξαιτίας του ότι ο μεταμοντέρνος καπιταλισμός επικαλείται την ανθρώπινη φύση ως τέτοια, αλλά σε μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική διαμόρφωση: την εκμετάλλευση. Από την άλλη, στον μεταμοντέρνο καπιταλισμό υπάρχει επακριβώς αυτή η ένωση ανάμεσα σε ό,τι πάντα αξίζει τον κόπο και σε ό,τι είναι άξιο αναφοράς μόνο σήμερα και επίσης μπορεί να τροποποιηθεί. Από εκεί αναδύεται η αίσθηση του ντεζαβού. Οι καπιταλιστές πάντα υποστήριζαν: είμαστε μια οικονομία συνδεδεμένη με την ανθρώπινη φύση. Αυτό είναι την ίδια στιγμή αλήθεια και ψέμα, υπό την έννοια ότι με τον καπιταλισμό, όταν κάποιος μιλάει για εργατική δύναμη αναφέρεται σε κάποια ανθρώπινα χαρίσματα που ήταν πάντοτε παρόντα με έναν απολύτως ιδιαίτερο τρόπο που όμως, στην πραγματικότητα, δεν είναι ο μόνος δυνατός.

Ο βρετανός ιστορικός Seton Watson είπε ότι οι άνθρωποι στα βαλκάνια παράγουν περισσότερη ιστορία από αυτήν που καταναλώνουν. Μπορεί αυτή η ιδέα να επεκταθεί σε όλη την ανθρωπότητα; Ο κόσμος παράγει πάρα πολύ παρόν και μνήμη;

Απολύτως . Είναι μια εξαιρετική φράση. Στο Η ανάμνηση του παρόντος υποστήριξα το αντίθετο αυτού που είπε ο Φουκουγιάμα για το τέλος της ιστορίας. Ζούμε σε μια κατάσταση περίσσειας της ιστορίας. Από τι συνίσταται αυτή η περίσσεια; Βεβαίως λαμβάνουν χώρα πολλά ιστορικά συμβάντα, αλλά η περίσσεια συνίσταται από το γεγονός ότι σε αυτά τα ιστορικά συμβάντα η ανθρώπινη ικανότητα να φτιάχνουμε ιστορία έχει γίνει ένα ιστορικό αντικείμενο. Αυτό σημαίνει ότι η ιστορικότητα μας, η ικανότητα να είμαστε σε θέση να φτιάχνουμε ιστορία έχει γίνει ένα αντικείμενο πράξης. Για παράδειγμα, έχουμε και φτιάχνουμε ιστορία επειδή έχουμε γλώσσα και επειδή είμαστε δυνητικά όντα. Αυτά τα δύο στοιχεία, η δυνητικότητα μας και η γλωσσικότητα μας, δηλαδή οι συνθήκες της ιστορίας, φαίνεται σήμερα να αποτελούν την πρώτη ύλη της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Ο εργάτης πρέπει να είναι ανοιχτός στη δυνητικότητα, πρέπει να είναι επικοινωνιακός. Αντί να μιλάω για το τέλος της ιστορίας μιλάω, μαζί με τον Seton, για περίσσεια της ιστορίας για μια υπερ-ιστορία. Δεν έχουμε μια ηθική και μια πολιτική κατάλληλη για αυτή την περίσσεια, και αυτό το γιατί υπάρχει η κατάσταση οδύνης και φόβου. Υπάρχει αβεβαιότητα σε σχέση με τις πολιτικές μορφές, υπάρχει μια κρίση του κράτους αλλά δεν έχει υπάρξει ακόμη μια ορισμένη εναλλακτική. Γιατί; Αυτή η υπέρβαση της ιστορίας παράγει μια δυσαναλογία σε σχέση με τις συνήθειές μας, τα ήθη, και τις πολιτικές μας κατηγορίες.

Έχεις πει ότι η έννοια του πλήθους έχει μια συγκεκριμένη συγγένεια με τους φιλελεύθερους επειδή δίνει αξία στην ατομικότητα. Αλλά δεν νομίζεις ότι επίσης θα τους φόβιζε επειδή οδηγεί σε ένα κομμουνιστικό πλήθος;

Απολύτως. Η φιλελεύθερη ιδέα της ατομικότητας και η ενικότητα του πλήθους είναι σαν δίδυμα, αλλά συνάμα αντίθετα. Είναι πολύ όμοιες, αλλά με βαθιά διακριτά νοήματα. Επειδή ο φιλελεύθερος σκέφτεται ότι το άτομο είναι το πρωτογενές στοιχείο και μετά προσπαθεί να καταλάβει πως το άτομο δρα σε σχέση με τους άλλους και με το κράτος. Από την οπτική του πλήθους το άτομο, η ενικότητα είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας. Αυτός είναι και ο λόγος που μπορούμε να μιλήσουμε για μια παλιά φιλοσοφική σύλληψη, την αρχή της εξατομίκευσης στην οποία η ενικότητα είναι ο καρπός, το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας εξατομίκευσης και διαφοροποίησης. Όλοι μας, εσύ, εγώ, είμαστε ανεπανάληπτες ενικότητες, αλλά αυτό ισχύει διότι προκύπτουμε, αντιθέτως, από καθολικά κοινά στοιχεία. Αμφότεροι, εγώ και εσύ, κατέχουμε χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στο όλον του είδους: η ικανότητα της γλώσσας, της σκέψης – που μετά ενικοποιείται. Ως τέτοιο το άτομο είναι αποτέλεσμα κοινών και καθολικών στοιχείων.

Το πλήθος λέει όχι στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και προτείνει μια συμμετοχική δημοκρατία. Αλλά όλες οι μορφές διαλέγουν κυβερνήτες. Ψηφίζουν στην Αργεντινή, στην Ισπανία, στις ΗΠΑ … οι άνθρωποι ακόμη ψηφίζουν.

Βεβαίως ψηφίζουν. Ψηφίζουν όπως κάνουν και τόσα άλλα πράγματα που δεν μετράνε και τόσο πολύ. Το πρόβλημα δεν είναι το να μην ψηφίζεις αλλά το να κατασκευάζεις μορφές δημοκρατίας που να είναι κατάλληλες για αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις. Η σύγχρονη παραγωγή έχει φθάσει σε ένα σημείο το οποίο είναι πολύ πιο πολύπλοκο, πολύ πιο ώριμο από το διοικητικό και το νομικό μηχανισμό των κρατών. Επομένως, το ερώτημα είναι τι τύπος δημοκρατίας. Δεν είναι ζήτημα μιας απλουστευμένης δημοκρατίας, συνελεύσεων, άμεσης δημοκρατίας αλλά μάλλον το αντίθετο. Η μη αντιπροσωπευτική δημοκρατία πρέπει να μεταφραστεί σε πολιτική, σε νέους θεσμούς, όπως ήδη μπορεί να ιδωθεί στο επίπεδο της παγκόσμιας παραγωγής. Λέγοντας μη αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι εύκολο να σκεφθούμε το μύθο της άμεσης δημοκρατίας, που φυσικά είναι ένας πανέμορφος μύθος. Αλλά δίνει την ιδέα μιας απλοποιημένης και στοιχειώδους πολιτικής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ζήτημα έγκειται στο τι αρμόζει στην πολυπλοκότητα της κοινωνικής παραγωγής στην οποία όλες οι νοητικές και επικοινωνιακές ικανότητες του ανθρώπινου είδους έχουν οικονομική αξία, αυτό που ο Μαρξ ονόμασε με την πανέμορφη έκφραση «Γενική Νόηση», ο κοινωνικός εγκέφαλος που είναι ο στυλοβάτης της μοντέρνας παραγωγής.

Σχετικά με την κατάκτηση της εξουσίας αποκαλέσατε αυτούς που επιστρέφουν σε αυτήν την ιδέα «εχθρούς». Ποιος ενσαρκώνει το ρόλο του εχθρού;

Νομίζω ότι το πρόβλημα του πολιτικού εχθρού ακόμη υφίσταται. Καταδεικνύει, από την άλλη πλευρά, ότι δεν ζούμε πια σε ένα εύκολο και γλυκό κόσμο. Το πλήθος δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της κατάκτησης της εξουσίας, βρίσκεται αντιμέτωπο με το πρόβλημα του περιορισμού της εξουσίας και της εξασθένισης του κράτους, φτιάχνοντας νέους θεσμούς και μια δημόσια σφαίρα έξω από αυτό. Υπό αυτή την οπτική υπάρχει ένας εχθρός. Αλλά μοιάζει περισσότερο με το Φαραώ στο βιβλίο της Εξόδου από τη Βίβλο, που επιδιώκει μια έξοδο, ένα πέταγμα. Δεν είναι θέμα ενός ταξιδιού στο διάστημα. Είναι πέταγμα με την έννοια της εξόδου από τις κατηγορίες των θεσμών του κράτους. Υπάρχει ένας εχθρός, αλλά δεν είναι ο εχθρός που αντιμάχεται και έχει κατασκευάσει το μοντέλο των εμφυλίων πολέμων ή είναι πίσω από την ιδέα της κατάκτησης της εξουσίας. Είναι ένας εχθρός που χωλαίνει και σαμποτάρει την κατασκευή μη αντιπροσωπευτικών μορφών δημοκρατίας, νέων κοινοτιστικών εμπειριών.

Η πολυπολιτισμικότητα, που διαπερνά τη Δύση, βοηθάει στο σχηματισμό του πλήθους ή αποτελεί ένα εμπόδιο σε αυτόν;

Η πολυπολιτισμικότητα που έχει αξία είναι αυτή που δίδεται μέσα στις εμπειρίες των κοινωνικών αγώνων και της κατασκευής μιας νέας δημόσιας σφαίρας. Ένα είδος καντιανής πολυπολιτισμικότητας διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει σαν τις καλές εκλογικές προτάσεις. Κάποιος μπορεί να μιλήσει για μια ενάρετη αλλά άτονη πολυπολιτισμικότητα. Αντιθέτως, αυτό που μου φαίνεται σημαντικό είναι ένας λόγος πάνω από τις ενικότητες. Και όχι τις ενικότητες του φιλελεύθερου τύπου αλλά μάλλον αυτές του πλήθους, οι οποίες είναι ακριβώς το αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, μερικοί εκ των οποίων είναι οι λεγόμενοι πολυπολιτισμικοί. Αλλά αυτό που μετράει είναι ο κάθε Ένας με τον ανεπανάληπτο χαρακτήρα του, που είναι καρπός του να είναι, σε κάθε περίπτωση, ένας κινέζος μετανάστης στην Καλιφόρνια ή ένας ιταλός στην Αργεντινή. Ξαναδιαβάζοντας τον Μαρξ, σήμερα μετά την κρίση και το τέλος του σοσιαλισμού, των δικτατορικών και μισητών καθεστώτων που ήταν πραγματικός σοσιαλισμός, αυτό που έρχεται στο νου είναι ότι αυτός ήταν από πολλές απόψεις ένας στοχαστής της ενικότητας και της απόδοσης αξίας σε αυτή. Υπάρχουν φράσεις στις οποίες ο Μαρξ λέει: στο άτομο πρέπει να δίδεται αξία στο πρόσωπο κάθε αφαίρεσης πάνω από αυτό. Μια φράση που σήμερα θα την εκλάμβανε κανείς ως φιλελεύθερη, ενώ στην πραγματικότητα σημαίνει το αντίθετο.

Και το μέλλον της εργατικής τάξης; Ποιος είναι ο ρόλος της εντός του πλήθους;

Η εργατική τάξη υφίσταται. Μόνο υπό τη μορφή του πλήθους και όχι αυτής του λαού. Δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι το πλήθος αποχαιρετά την εργατική τάξη. Η εργατική τάξη είναι μια επιστημονική έννοια. Σημαίνει οποιονδήποτε παράγει κέρδος και υπεραξία. Το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα σκέφτονταν την εργατική τάξη με τους όρους του λαού, κάτι συμπαγές, ενιαίο, που κατά βάθος θέλει να δημιουργήσει ένα νέο κράτος. Κατά τη γνώμη μου η εργατική τάξη σήμερα σκέφτεται με όρους πλήθους, πλούσιων ενικοτήτων, αλλά πάντα παραμένει ένα ζήτημα της εργατικής τάξης.

Και μετά την εισβολή στο Ιράκ, η πραγματική ιστορία ξεκινά, μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου;

Ναι, ακριβώς. Νομίζω ότι η δεκαετία του 90 ήταν τα χρόνια της αναμονής, ένα διάλειμμα, ενώ η πραγματική μετά το τείχος περίοδος άρχισε πρόσφατα να εμφανίζεται με τον Μπους και την εισβολή στο Ιράκ. Αυτό που ο Καρλ Σμιτ, αυτός ο φρικτός πολιτικός θεωρητικός, αποκάλεσε ο νόμος της γης, η παγκόσμια τάξη. Ο επανορισμός αυτής της τάξης ξεκίνησε με τον πόλεμο στο Ιράκ, και όχι με τον Κλίντον τη δεκαετία του ’90 που αποτέλεσε ένα ενδιάμεσο σημείο, μια περίοδο αναμονής, σαν μια παύση.

Δεν νομίζεις ότι η κυβέρνηση Μπους θέλει να δείξει που βρίσκεται η καρδιά της αυτοκρατορίας και ποιος είναι ο ηγέτης της;

Ναι, νομίζω ότι δείχνει πλήρως αυτό που είναι καίριο στην πολιτική σκέψη: το συσχετισμό δυνάμεων. Το γεγονός ότι για κάποια χρόνια η πολιτική συζητήθηκε χωρίς να σκεφτούμε περισσότερο περί του συσχετισμού δυνάμεων δείχνει απλώς ότι ούτε σκεφτήκαμε, ούτε μιλήσαμε σοβαρά για την πολιτική. Προσωπικά, έχω πολλές αμφιβολίες για την έννοια της αυτοκρατορίας, διότι μου φαίνεται ως μια απόπειρα να φωτογραφηθεί η μετά το τείχος κατάσταση του τέλους του σοσιαλισμού, λαμβάνοντας τη διακυβέρνηση Κλίντον ως μοντέλο. Ποιες πρέπει να είναι οι νέες λέξεις που πρέπει να υιοθετήσουμε για να ονομάσουμε την νέα παγκόσμια τάξη; Τι θα κατανοήσουμε ακριβώς τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας από την μετά το Ιράκ ανάπτυξη, στις σχέσεις με την Κίνα. Πως να το πω; Μέχρι προσφάτως αντιμετωπίζαμε την απαρχή ενός επαναορισμού των μορφών της παγκόσμιας κυριαρχίας. Είναι αρκετά πρώιμο να το τοποθετήσεις αυτό, για παράδειγμα, στην «Αυτοκρατορία».

Ανήκεις στην ιταλική γενιά που αγωνίζεται για την επανάσταση. Το κράτος σας καταπίεσε, εσύ φυλακίστηκες. Νιώθεις απογοητευμένος από τον κόσμο που ζούμε σήμερα; Θα προτιμούσες να είχες ζήσει σε μια άλλη εποχή;

Όχι. Λέω χωρίς περιστροφές ότι αυτό είναι το παρόν μου. Αυτό δε σημαίνει ότι αποδέχομαι τον κόσμο όπως είναι. Τον θεωρώ εξαιρετικά πλούσιο και ενδιαφέροντα παρόλο που είναι δραματικός και επίσης τραγικός. Νομίζω ότι σχετικά πρόσφατα αυτό που για κάποιο διάστημα αποκαλούνταν κομμουνισμός έγινε πραγματικότητα, ένα ζήτημα κοινής λογικής. Όχι κάτι εξτρεμιστικό. Τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει, τι πολιτικές και κοινωνικές μορφές πρέπει να δοθούν στην ανθρώπινη φύση; . Επιστρέφω στη φράση του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που είπε κάτι περίπου σαν και αυτό: «Να κριτικάρεις το παρόν, να νιώθεις τρόμο για κάποιες όψεις του, αλλά να ανήκεις σε αυτό χωρίς περιστροφές.»

Για σένα ποιο είναι το νόημα της επανάστασης σήμερα;

Ενδεχομένως μπορούμε να συνεχίσουμε χωρίς τη λέξη επανάσταση επειδή αυτό το μοντέλο ήταν εκείνο της κατάκτησης της εξουσίας και της κατασκευής ενός νέου κράτους. Ίσως είναι καλύτερο να μιλάμε για έξοδο. Νομίζω ότι το μοντέλο της εξόδου είναι πλούσιο. Η έξοδος σημαίνει περισσότερα από το να κατακτήσεις την εξουσία. Η έξοδος σημαίνει την συγκρότηση ενός διακριτού πλαισίου, νέων εμπειριών μη αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, νέων τρόπων παραγωγής. Προσφέρει μια τρίτη δυνατότητα, και δεν μιλώ φυσικά για τον τρίτο δρόμο του Μπλερ, αλλά περισσότερο για μια πολιτική εξάλειψης του κράτους κατασκευάζοντας θετικά μορφώματα, τοποθετώντας απέναντι στο κράτος την έννοια της δημοκρατίας (republic). Αυτό σημαίνει την κατασκευή μιας δημοκρατίας χωρίς κράτος από ένα κίνημα που κινείται περισσότερο από μια λογική εξόδου, από θετικές εμπειρίες, παρά από επαναστάσεις με την κλασσική έννοια. Αυτές αποτέλεσαν μια διανοητική δραστηριότητα για πολλές γενιές, αλλά οδήγησαν στην ιδέα της δημιουργίας ενός νέου κράτους. Το θέμα δεν είναι πια ένα μονοπώλιο αποφάσεων αλλά το πλήθος: οι πολλοί, η πληθυντικότητα.

Διαβάστε περισσότερο και εκτυπώστε!
 

Free Blog Counter